οκρυόεις

ὀκρυόεις, -εσσα, -εν (Α)
1. ψυχρός, παγερός
2. μτφ. τρομερός, φοβερός («πολέμου... ἐπιδημίου ὀκρυόεντος», Ομ. Ιλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για λ. που έχει προέλθει από κακό χωρισμό τών λέξεων στη φρ. ἐπιδημίοο κρυόεντος, στίχου τής Ιλ. Ο τ. πιθ. σχηματίστηκε κατ' επίδραση τής ομόηχης λ. ὀκριόεις].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ὀκρυόεις — chilling masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀκρυόεν — ὀκρυόεις chilling masc voc sg ὀκρυόεις chilling neut nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀκρυόεντα — ὀκρυόεις chilling neut nom/voc/acc pl ὀκρυόεις chilling masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀκρυοέσσης — ὀκρυόεις chilling fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀκρυοέσσῃ — ὀκρυόεις chilling fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀκρυόεντι — ὀκρυόεις chilling masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀκρυόεντος — ὀκρυόεις chilling masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀκρυόεσσα — ὀκρυόεις chilling fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀκρυόεσσαν — ὀκρυόεις chilling fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -όεις — όεσσα, όεν (Α όεις, όεσσα, όεν) παραγωγική κατάληξη πολλών επιθέτων τής οποίας αρχική μορφή θεωρείται η εις, εσσα, εν, που σχητίστηκε από ουσ. με επίθημα Fεντ (< IE * went , πρβλ. αρχ. ινδ. και αβεστ. vant : rupa vant «όμορφος» < rupa… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.